ばっちょうりょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός σπάνιο κακόβουλοι άνθρωποι που δρουν ανεξέλεγκτα και περιφέρονται κατά βούληση

Κλίση

Παρόν (απλό)
跋扈跳梁する
Παρόν (ευγενικό)
跋扈跳梁します
Άρνηση (απλή)
跋扈跳梁しない
Άρνηση (ευγενική)
跋扈跳梁しません
Παρελθόν (απλό)
跋扈跳梁した
Παρελθόν (ευγενικό)
跋扈跳梁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
跋扈跳梁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
跋扈跳梁しませんでした
Τε-μορφή
跋扈跳梁して
Δυνητική
跋扈跳梁できる
Προστακτική
跋扈跳梁しろ
Βουλητική
跋扈跳梁しよう
Υποθετική (ば)
跋扈跳梁すれば