きょける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τηρώ απόσταση (π.χ. από άλλους ανθρώπους)

Κλίση

Παρόν (απλό)
距離を開ける
Παρόν (ευγενικό)
距離を開けます
Άρνηση (απλή)
距離を開けない
Άρνηση (ευγενική)
距離を開けません
Παρελθόν (απλό)
距離を開けた
Παρελθόν (ευγενικό)
距離を開けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
距離を開けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
距離を開けませんでした
Τε-μορφή
距離を開けて
Δυνητική
距離を開けられる
Προστακτική
距離を開けろ
Βουλητική
距離を開けよう
Υποθετική (ば)
距離を開ければ