跡をつける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός ακολουθώ, παρακολουθώ, σκιάζω
- 02 αφήνω ίχνη, αφήνω πατημασιές
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 跡をつける
- Παρόν (ευγενικό)
- 跡をつけます
- Άρνηση (απλή)
- 跡をつけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 跡をつけません
- Παρελθόν (απλό)
- 跡をつけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 跡をつけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 跡をつけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 跡をつけませんでした
- Τε-μορφή
- 跡をつけて
- Δυνητική
- 跡をつけられる
- Προστακτική
- 跡をつけろ
- Βουλητική
- 跡をつけよう
- Υποθετική (ば)
- 跡をつければ
- Υποθετική (たら)
- 跡をつけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 跡をつけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 跡をつけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 跡をつけなさい
- Παθητική
- 跡をつけられる
- Αιτιατική
- 跡をつけさせる