また

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πηδώ πάνω από, περνώ πάνω από, δρασκελίζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εκτείνομαι πάνω από, γεφυρώνω, καβαλώ, διασκελίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
跨ぐ
Παρόν (ευγενικό)
跨ぎます
Άρνηση (απλή)
跨がない
Άρνηση (ευγενική)
跨ぎません
Παρελθόν (απλό)
跨いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
跨ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
跨がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
跨ぎませんでした
Τε-μορφή
跨いで
Δυνητική
跨げる
Προστακτική
跨げ
Βουλητική
跨ごう
Υποθετική (ば)
跨げば