またが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανεβαίνω (σε άλογο, ποδήλατο, κ.λπ.), καβαλικεύω, κάθομαι με τα πόδια ανοιχτά εκατέρωθεν
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εκτείνομαι (σε μια περιοχή, χρόνο, κ.λπ.), διαρκώ, εξαπλώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
跨る
Παρόν (ευγενικό)
跨ります
Άρνηση (απλή)
跨らない
Άρνηση (ευγενική)
跨りません
Παρελθόν (απλό)
跨った
Παρελθόν (ευγενικό)
跨りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
跨らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
跨りませんでした
Τε-μορφή
跨って
Δυνητική
跨れる
Προστακτική
跨れ
Βουλητική
跨ろう
Υποθετική (ば)
跨れば