じょうせいかつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαβίωση στον δρόμο, ζωή στον δρόμο, αστεγία

Κλίση

Παρόν (απλό)
路上生活する
Παρόν (ευγενικό)
路上生活します
Άρνηση (απλή)
路上生活しない
Άρνηση (ευγενική)
路上生活しません
Παρελθόν (απλό)
路上生活した
Παρελθόν (ευγενικό)
路上生活しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
路上生活しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
路上生活しませんでした
Τε-μορφή
路上生活して
Δυνητική
路上生活できる
Προστακτική
路上生活しろ
Βουλητική
路上生活しよう
Υποθετική (ば)
路上生活すれば