せんへんこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλλαγή δρομολογίου λεωφορείου
  2. 02 αλλαγή πολιτικής, αναθεώρηση πολιτικής (αναστροφή)

Κλίση

Παρόν (απλό)
路線変更する
Παρόν (ευγενικό)
路線変更します
Άρνηση (απλή)
路線変更しない
Άρνηση (ευγενική)
路線変更しません
Παρελθόν (απλό)
路線変更した
Παρελθόν (ευγενικό)
路線変更しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
路線変更しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
路線変更しませんでした
Τε-μορφή
路線変更して
Δυνητική
路線変更できる
Προστακτική
路線変更しろ
Βουλητική
路線変更しよう
Υποθετική (ば)
路線変更すれば