とうまよ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός μένω άστεγος, χάνω το βιος μου, μένω στον δρόμο, βρίσκομαι σε απόγνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
路頭に迷う
Παρόν (ευγενικό)
路頭に迷います
Άρνηση (απλή)
路頭に迷わない
Άρνηση (ευγενική)
路頭に迷いません
Παρελθόν (απλό)
路頭に迷った
Παρελθόν (ευγενικό)
路頭に迷いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
路頭に迷わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
路頭に迷いませんでした
Τε-μορφή
路頭に迷って
Δυνητική
路頭に迷える
Προστακτική
路頭に迷え
Βουλητική
路頭に迷おう
Υποθετική (ば)
路頭に迷えば