跳ね上げる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τινάzω προς τα πάνω (π.χ. λάσπη), πιτσιλάω (προς τα πάνω), λερώνω με πιτσιλιές
- 02 αναποδογυρίζω προς τα πάνω, σηκώνω προς τα πάνω
- 03 αυξάνω απότομα (π.χ. τιμές), ανεβάζω κατακόρυφα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 跳ね上げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 跳ね上げます
- Άρνηση (απλή)
- 跳ね上げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 跳ね上げません
- Παρελθόν (απλό)
- 跳ね上げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 跳ね上げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 跳ね上げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 跳ね上げませんでした
- Τε-μορφή
- 跳ね上げて
- Δυνητική
- 跳ね上げられる
- Προστακτική
- 跳ね上げろ
- Βουλητική
- 跳ね上げよう
- Υποθετική (ば)
- 跳ね上げれば
- Υποθετική (たら)
- 跳ね上げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 跳ね上げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 跳ね上げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 跳ね上げなさい
- Παθητική
- 跳ね上げられる
- Αιτιατική
- 跳ね上げさせる