跳ね回る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πηδώ τριγύρω, αναπηδώ, παίζω ζωηρά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 跳ね回る
- Παρόν (ευγενικό)
- 跳ね回ります
- Άρνηση (απλή)
- 跳ね回らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 跳ね回りません
- Παρελθόν (απλό)
- 跳ね回った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 跳ね回りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 跳ね回らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 跳ね回りませんでした
- Τε-μορφή
- 跳ね回って
- Δυνητική
- 跳ね回れる
- Προστακτική
- 跳ね回れ
- Βουλητική
- 跳ね回ろう
- Υποθετική (ば)
- 跳ね回れば
- Υποθετική (たら)
- 跳ね回ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 跳ね回りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 跳ね回るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 跳ね回りなさい
- Παθητική
- 跳ね回られる
- Αιτιατική
- 跳ね回らせる