かえ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναπηδώ, τινάζομαι πίσω, επιστρέφω με ορμή
  2. 02 πιτσιλάω
  3. 03 έχω αντίκτυπο, προκαλώ αλυσιδωτή αντίδραση

Κλίση

Παρόν (απλό)
跳ね返る
Παρόν (ευγενικό)
跳ね返ります
Άρνηση (απλή)
跳ね返らない
Άρνηση (ευγενική)
跳ね返りません
Παρελθόν (απλό)
跳ね返った
Παρελθόν (ευγενικό)
跳ね返りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
跳ね返らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
跳ね返りませんでした
Τε-μορφή
跳ね返って
Δυνητική
跳ね返れる
Προστακτική
跳ね返れ
Βουλητική
跳ね返ろう
Υποθετική (ば)
跳ね返れば