ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παραμερίζω, σπρώχνω στην άκρη, αποτινάζω, αποβάλλω (π.χ. πίεση)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα απορρίπτω, απομακρύνω, βγάζω έξω

Κλίση

Παρόν (απλό)
跳ね除ける
Παρόν (ευγενικό)
跳ね除けます
Άρνηση (απλή)
跳ね除けない
Άρνηση (ευγενική)
跳ね除けません
Παρελθόν (απλό)
跳ね除けた
Παρελθόν (ευγενικό)
跳ね除けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
跳ね除けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
跳ね除けませんでした
Τε-μορφή
跳ね除けて
Δυνητική
跳ね除けられる
Προστακτική
跳ね除けろ
Βουλητική
跳ね除けよう
Υποθετική (ば)
跳ね除ければ