みつける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πατάω, ποδοπατώ
  2. 02 αγνοώ, περιφρονώ

Παραδείγματα

  • いぬあしみつけました

    Ο σκύλος πάτησε το πόδι μου.

  • あめみずたまりをみつけないようにをつけます。

    Τις βροχερές μέρες προσέχω να μην πατήσω στις λακκούβες.

  • かれ自分じぶん意見いけんことなるかんがえをみつけるような発言はつげんかえしました。

    Επαναλάμβανε δηλώσεις που περιφρονούσαν απόψεις διαφορετικές από τη δική του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
踏みつける
Παρόν (ευγενικό)
踏みつけます
Άρνηση (απλή)
踏みつけない
Άρνηση (ευγενική)
踏みつけません
Παρελθόν (απλό)
踏みつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
踏みつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
踏みつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
踏みつけませんでした
Τε-μορφή
踏みつけて
Δυνητική
踏みつけられる
Προστακτική
踏みつけろ
Βουλητική
踏みつけよう
Υποθετική (ば)
踏みつければ