ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πηδώ, κάνω άλμα
  2. 02 παίρνω την απόφαση, αποφασίζω, επιχειρώ κάτι, ξεκινώ
  3. 03 βγαίνω από το ρινγκ (στο σούμο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
踏み切る
Παρόν (ευγενικό)
踏み切ります
Άρνηση (απλή)
踏み切らない
Άρνηση (ευγενική)
踏み切りません
Παρελθόν (απλό)
踏み切った
Παρελθόν (ευγενικό)
踏み切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
踏み切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
踏み切りませんでした
Τε-μορφή
踏み切って
Δυνητική
踏み切れる
Προστακτική
踏み切れ
Βουλητική
踏み切ろう
Υποθετική (ば)
踏み切れば