かためる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πατώ και συμπιέζω ώστε να σκληρύνει (έδαφος, χιόνι κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
踏み固める
Παρόν (ευγενικό)
踏み固めます
Άρνηση (απλή)
踏み固めない
Άρνηση (ευγενική)
踏み固めません
Παρελθόν (απλό)
踏み固めた
Παρελθόν (ευγενικό)
踏み固めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
踏み固めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
踏み固めませんでした
Τε-μορφή
踏み固めて
Δυνητική
踏み固められる
Προστακτική
踏み固めろ
Βουλητική
踏み固めよう
Υποθετική (ば)
踏み固めれば