踏み立てる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 απαρχαιωμένο πατάω σταθερά, στέκομαι σταθερά
- 02 απαρχαιωμένο πατάω πάνω σε κάτι (π.χ. σε ένα καρφί)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 踏み立てる
- Παρόν (ευγενικό)
- 踏み立てます
- Άρνηση (απλή)
- 踏み立てない
- Άρνηση (ευγενική)
- 踏み立てません
- Παρελθόν (απλό)
- 踏み立てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 踏み立てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 踏み立てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 踏み立てませんでした
- Τε-μορφή
- 踏み立てて
- Δυνητική
- 踏み立てられる
- Προστακτική
- 踏み立てろ
- Βουλητική
- 踏み立てよう
- Υποθετική (ば)
- 踏み立てれば
- Υποθετική (たら)
- 踏み立てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 踏み立てたい
- Απαγορευτική (~な)
- 踏み立てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 踏み立てなさい
- Παθητική
- 踏み立てられる
- Αιτιατική
- 踏み立てさせる