ちがえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πατάω λάθος, χάνω το βήμα μου
  2. 02 παρεκκλίνω, παίρνω λάθος δρόμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
踏み違える
Παρόν (ευγενικό)
踏み違えます
Άρνηση (απλή)
踏み違えない
Άρνηση (ευγενική)
踏み違えません
Παρελθόν (απλό)
踏み違えた
Παρελθόν (ευγενικό)
踏み違えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
踏み違えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
踏み違えませんでした
Τε-μορφή
踏み違えて
Δυνητική
踏み違えられる
Προστακτική
踏み違えろ
Βουλητική
踏み違えよう
Υποθετική (ば)
踏み違えれば