踏む
ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 πατάω, ποδοπατάω, καταπατάω
- 02 πατάω το πόδι μου σε (π.χ. ξένο έδαφος), στέκομαι πάνω σε, επισκέπτομαι
- 03 βιώνω, υφίσταμαι, περνάω από
- 04 ακολουθώ (κανόνες, αρχές κ.λπ.), περνάω από (π.χ. διατυπώσεις), ολοκληρώνω
- 05 εκτιμώ, μαντεύω, κρίνω, αποτιμώ
- 06 ομοιοκαταληκτώ
- 07 διαδέχομαι (π.χ. τον θρόνο)
Παραδείγματα
-
石を踏んだ。
Πάτησα μια πέτρα.
-
濡れた床を踏まないように、注意してください。
Προσέξτε να μην πατήσετε στο βρεγμένο πάτωμα.
-
新しい事業を開始するにあたり、必要な手続きをすべて踏む必要がある。
Για να ξεκινήσουμε μια νέα επιχείρηση, πρέπει να περάσουμε από όλες τις απαραίτητες διαδικασίες.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 踏む
- Παρόν (ευγενικό)
- 踏みます
- Άρνηση (απλή)
- 踏まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 踏みません
- Παρελθόν (απλό)
- 踏んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 踏みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 踏まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 踏みませんでした
- Τε-μορφή
- 踏んで
- Δυνητική
- 踏める
- Προστακτική
- 踏め
- Βουλητική
- 踏もう
- Υποθετική (ば)
- 踏めば
- Υποθετική (たら)
- 踏んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 踏みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 踏むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 踏みなさい
- Παθητική
- 踏まれる
- Αιτιατική
- 踏ませる