んだりったり

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αλλεπάλληλες ατυχίες, η μία συμφορά μετά την άλλη, το να προστίθεται προσβολή στην τραυματισμένη αξιοπρέπεια