とう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πεζοπορία (σε μεγάλη και δύσκολη διαδρομή), διάσχιση με τα πόδια, οδοιπορία σε όλη την έκταση μιας περιοχής
  2. 02 ταξίδι σε όλη την έκταση (π.χ. μιας χώρας), επίσκεψη σε όλες τις κύριες τοποθεσίες (μιας περιοχής κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
踏破する
Παρόν (ευγενικό)
踏破します
Άρνηση (απλή)
踏破しない
Άρνηση (ευγενική)
踏破しません
Παρελθόν (απλό)
踏破した
Παρελθόν (ευγενικό)
踏破しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
踏破しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
踏破しませんでした
Τε-μορφή
踏破して
Δυνητική
踏破できる
Προστακτική
踏破しろ
Βουλητική
踏破しよう
Υποθετική (ば)
踏破すれば