とうしゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακολουθώ (προηγούμενο, προηγούμενη πολιτική κ.λπ.), συνεχίζω, εμμένω σε, τηρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
踏襲する
Παρόν (ευγενικό)
踏襲します
Άρνηση (απλή)
踏襲しない
Άρνηση (ευγενική)
踏襲しません
Παρελθόν (απλό)
踏襲した
Παρελθόν (ευγενικό)
踏襲しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
踏襲しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
踏襲しませんでした
Τε-μορφή
踏襲して
Δυνητική
踏襲できる
Προστακτική
踏襲しろ
Βουλητική
踏襲しよう
Υποθετική (ば)
踏襲すれば