踏襲
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακολουθώ (προηγούμενο, προηγούμενη πολιτική κ.λπ.), συνεχίζω, εμμένω σε, τηρώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 踏襲する
- Παρόν (ευγενικό)
- 踏襲します
- Άρνηση (απλή)
- 踏襲しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 踏襲しません
- Παρελθόν (απλό)
- 踏襲した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 踏襲しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 踏襲しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 踏襲しませんでした
- Τε-μορφή
- 踏襲して
- Δυνητική
- 踏襲できる
- Προστακτική
- 踏襲しろ
- Βουλητική
- 踏襲しよう
- Υποθετική (ば)
- 踏襲すれば
- Υποθετική (たら)
- 踏襲したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 踏襲したい
- Απαγορευτική (~な)
- 踏襲するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 踏襲しなさい
- Παθητική
- 踏襲される
- Αιτιατική
- 踏襲させる