えつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπέρβαση (ορίου, πεδίου εφαρμογής, αρμοδιότητας κάποιου κ.λπ.), υπερκαλύπτω, ξεπερνώ
  2. 02 αρχαϊκό διάσχιση (βουνού, ποταμού κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
踰越する
Παρόν (ευγενικό)
踰越します
Άρνηση (απλή)
踰越しない
Άρνηση (ευγενική)
踰越しません
Παρελθόν (απλό)
踰越した
Παρελθόν (ευγενικό)
踰越しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
踰越しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
踰越しませんでした
Τε-μορφή
踰越して
Δυνητική
踰越できる
Προστακτική
踰越しろ
Βουλητική
踰越しよう
Υποθετική (ば)
踰越すれば