かかと

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φτέρνα (ποδιού, παπουτσιού, κάλτσας κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • かかといたいです。

    Με πονάει η φτέρνα.

  • あたらしいくつかかとれていたいです。

    Τα καινούργια παπούτσια μου τρίβουν τις φτέρνες και πονάω.

  • なが時間立じかんたっていたので、かかと疲労ひろうがたまり、あしがパンパンになってしまいました。

    Επειδή στεκόμουν όρθια για πολλή ώρα, η φτέρνα μου κουράστηκε και τα πόδια μου πρήστηκαν.