蹌踉よろめく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παραπατάω, σκοντάφτω, κλονίζομαι, ταλαντεύομαι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα διστάζω, αμφιταλαντεύομαι
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα συνάπτω ερωτική σχέση, ενδίδω (σε κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
蹌踉めく
Παρόν (ευγενικό)
蹌踉めきます
Άρνηση (απλή)
蹌踉めかない
Άρνηση (ευγενική)
蹌踉めきません
Παρελθόν (απλό)
蹌踉めいた
Παρελθόν (ευγενικό)
蹌踉めきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蹌踉めかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蹌踉めきませんでした
Τε-μορφή
蹌踉めいて
Δυνητική
蹌踉めける
Προστακτική
蹌踉めけ
Βουλητική
蹌踉めこう
Υποθετική (ば)
蹌踉めけば