蹴り入れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κλωτσώ (μέσα σε κάτι, π.χ. σε ένα τέρμα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 蹴り入れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 蹴り入れます
- Άρνηση (απλή)
- 蹴り入れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 蹴り入れません
- Παρελθόν (απλό)
- 蹴り入れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 蹴り入れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 蹴り入れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 蹴り入れませんでした
- Τε-μορφή
- 蹴り入れて
- Δυνητική
- 蹴り入れられる
- Προστακτική
- 蹴り入れろ
- Βουλητική
- 蹴り入れよう
- Υποθετική (ば)
- 蹴り入れれば
- Υποθετική (たら)
- 蹴り入れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 蹴り入れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 蹴り入れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 蹴り入れなさい
- Παθητική
- 蹴り入れられる
- Αιτιατική
- 蹴り入れさせる