蹴けり飛とばす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλωτσώ δυνατά στέλνοντας κάτι μακριά

Παραδείγματα

  • ボールを蹴けり飛とばす。

    Κλωτσάω την μπάλα δυνατά.

  • 敵てきを蹴けり飛とばして勝利しょうりした。

    Κλωτσήσαμε τον αντίπαλο και κερδίσαμε.

  • 邪魔じゃまな障害物しょうがいぶつを蹴けり飛とばして、自分じぶんの道みちを切きり開ひらいた。

    Απομάκρυνα με κλωτσιές τα εμπόδια που με δυσκόλευαν και άνοιξα τον δρόμο μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
蹴り飛ばす
Παρόν (ευγενικό)
蹴り飛ばします
Άρνηση (απλή)
蹴り飛ばさない
Άρνηση (ευγενική)
蹴り飛ばしません
Παρελθόν (απλό)
蹴り飛ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
蹴り飛ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蹴り飛ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蹴り飛ばしませんでした
Τε-μορφή
蹴り飛ばして
Δυνητική
蹴り飛ばせる
Προστακτική
蹴り飛ばせ
Βουλητική
蹴り飛ばそう
Υποθετική (ば)
蹴り飛ばせば