ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρωχημένο κλωτσώ μέσα
  2. 02 υφίσταμαι οικονομική ζημία

Κλίση

Παρόν (απλό)
蹴込む
Παρόν (ευγενικό)
蹴込みます
Άρνηση (απλή)
蹴込まない
Άρνηση (ευγενική)
蹴込みません
Παρελθόν (απλό)
蹴込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
蹴込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蹴込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蹴込みませんでした
Τε-μορφή
蹴込んで
Δυνητική
蹴込める
Προστακτική
蹴込め
Βουλητική
蹴込もう
Υποθετική (ば)
蹴込めば