そうきょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο παροξυσμός, παραλήρημα, έντονος ενθουσιασμός
  2. 02 μανία

Κλίση

Παρόν (απλό)
躁狂する
Παρόν (ευγενικό)
躁狂します
Άρνηση (απλή)
躁狂しない
Άρνηση (ευγενική)
躁狂しません
Παρελθόν (απλό)
躁狂した
Παρελθόν (ευγενικό)
躁狂しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
躁狂しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
躁狂しませんでした
Τε-μορφή
躁狂して
Δυνητική
躁狂できる
Προστακτική
躁狂しろ
Βουλητική
躁狂しよう
Υποθετική (ば)
躁狂すれば