おど

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πηδώ έξω (π.χ. στη σκηνή), ξεπετάγομαι
  2. 02 εκτοξεύομαι (π.χ. στην πρώτη θέση), αναρριχάμαι (π.χ. στην κορυφή), έρχομαι στο προσκήνιο, γίνομαι ξαφνικά εξέχων

Κλίση

Παρόν (απλό)
躍り出る
Παρόν (ευγενικό)
躍り出ます
Άρνηση (απλή)
躍り出ない
Άρνηση (ευγενική)
躍り出ません
Παρελθόν (απλό)
躍り出た
Παρελθόν (ευγενικό)
躍り出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
躍り出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
躍り出ませんでした
Τε-μορφή
躍り出て
Δυνητική
躍り出られる
Προστακτική
躍り出ろ
Βουλητική
躍り出よう
Υποθετική (ば)
躍り出れば