まる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι τεταμένος, σοβαρεύω, συνετίζομαι
  2. 02 συνετιστικός, αναζωογονητικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
身が引き締まる
Παρόν (ευγενικό)
身が引き締まります
Άρνηση (απλή)
身が引き締まらない
Άρνηση (ευγενική)
身が引き締まりません
Παρελθόν (απλό)
身が引き締まった
Παρελθόν (ευγενικό)
身が引き締まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身が引き締まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身が引き締まりませんでした
Τε-μορφή
身が引き締まって
Δυνητική
身が引き締まれる
Προστακτική
身が引き締まれ
Βουλητική
身が引き締まろう
Υποθετική (ば)
身が引き締まれば