たない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν αντέχει ο οργανισμός μου, καταστρέφω την υγεία μου, ξεπερνώ τα όρια των αντοχών του σώματός μου
  2. 02 δεν μπορώ να συντηρήσω την περιουσία μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
身が持たない
Παρόν (ευγενικό)
身が持たないです
Άρνηση (απλή)
身が持たなくない
Άρνηση (ευγενική)
身が持たなくないです
Παρελθόν (απλό)
身が持たなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
身が持たなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身が持たなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身が持たなくなかったです
Τε-μορφή
身が持たなくて
Υποθετική (ば)
身が持たなければ