ごもる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μένω έγκυος

Κλίση

Παρόν (απλό)
身ごもる
Παρόν (ευγενικό)
身ごもります
Άρνηση (απλή)
身ごもらない
Άρνηση (ευγενική)
身ごもりません
Παρελθόν (απλό)
身ごもった
Παρελθόν (ευγενικό)
身ごもりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身ごもらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身ごもりませんでした
Τε-μορφή
身ごもって
Δυνητική
身ごもれる
Προστακτική
身ごもれ
Βουλητική
身ごもろう
Υποθετική (ば)
身ごもれば