にしみる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εντυπώνομαι βαθιά στο μυαλό, αγγίζω την ψυχή, συγκλονίζω
  2. 02 διαπερνώ το σώμα (π.χ. για τον άνεμο, το κρύο κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
身にしみる
Παρόν (ευγενικό)
身にしみます
Άρνηση (απλή)
身にしみない
Άρνηση (ευγενική)
身にしみません
Παρελθόν (απλό)
身にしみた
Παρελθόν (ευγενικό)
身にしみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身にしみなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身にしみませんでした
Τε-μορφή
身にしみて
Δυνητική
身にしみられる
Προστακτική
身にしみろ
Βουλητική
身にしみよう
Υποθετική (ば)
身にしみれば