身みにつける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 身に付ける μαθαίνω, αποκτώ γνώσεις
  2. 02 ειδικά ως 身に着ける έχω πάνω μου, φοράω (ρούχα κ.λπ.), βάζω (πάνω μου)

Παραδείγματα

  • 良よい習慣しゅうかんを身みにつけましょう。

    Ας αποκτήσουμε καλές συνήθειες.

  • 新あたらしい言語げんごを身みにつけるのは難むずかしいです。

    Είναι δύσκολο να μάθεις μια νέα γλώσσα.

  • 大学だいがくで専門知識せんもんちしきを身みにつけ、将来しょうらいの仕事しごとに役立やくだてたいと思おもっています。

    Στο πανεπιστήμιο θέλω να αποκτήσω εξειδικευμένες γνώσεις και να τις αξιοποιήσω στη μελλοντική μου δουλειά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
身につける
Παρόν (ευγενικό)
身につけます
Άρνηση (απλή)
身につけない
Άρνηση (ευγενική)
身につけません
Παρελθόν (απλό)
身につけた
Παρελθόν (ευγενικό)
身につけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身につけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身につけませんでした
Τε-μορφή
身につけて
Δυνητική
身につけられる
Προστακτική
身につけろ
Βουλητική
身につけよう
Υποθετική (ば)
身につければ