になる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ωφελώ, ευεργετώ, κάνω καλό στο σώμα ή στο πνεύμα, είμαι χρήσιμος
  2. 02 μπαίνω στη θέση κάποιου, βάζω τον εαυτό μου στη θέση άλλου

Κλίση

Παρόν (απλό)
身になる
Παρόν (ευγενικό)
身になります
Άρνηση (απλή)
身にならない
Άρνηση (ευγενική)
身になりません
Παρελθόν (απλό)
身になった
Παρελθόν (ευγενικό)
身になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身になりませんでした
Τε-μορφή
身になって
Δυνητική
身になれる
Προστακτική
身になれ
Βουλητική
身になろう
Υποθετική (ば)
身になれば