身にまとう
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φοράω, είμαι ντυμένος με, έχω πάνω μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 身にまとう
- Παρόν (ευγενικό)
- 身にまといます
- Άρνηση (απλή)
- 身にまとわない
- Άρνηση (ευγενική)
- 身にまといません
- Παρελθόν (απλό)
- 身にまとった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 身にまといました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 身にまとわなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 身にまといませんでした
- Τε-μορφή
- 身にまとって
- Δυνητική
- 身にまとえる
- Προστακτική
- 身にまとえ
- Βουλητική
- 身にまとおう
- Υποθετική (ば)
- 身にまとえば
- Υποθετική (たら)
- 身にまとったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 身にまといたい
- Απαγορευτική (~な)
- 身にまとうな
- Προστακτική (ευγενική)
- 身にまといなさい
- Παθητική
- 身にまとわれる
- Αιτιατική
- 身にまとわせる