身の丈に合う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εφαρμόζω (π.χ. ρούχα), έχω το κατάλληλο μέγεθος
- 02 ιδιωματισμός είμαι ανάλογος (για τη θέση κάποιου), είμαι εντός των δυνατοτήτων κάποιου, είμαι κατάλληλος (για τις ικανότητες κάποιου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 身の丈に合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 身の丈に合います
- Άρνηση (απλή)
- 身の丈に合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 身の丈に合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 身の丈に合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 身の丈に合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 身の丈に合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 身の丈に合いませんでした
- Τε-μορφή
- 身の丈に合って
- Δυνητική
- 身の丈に合える
- Προστακτική
- 身の丈に合え
- Βουλητική
- 身の丈に合おう
- Υποθετική (ば)
- 身の丈に合えば
- Υποθετική (たら)
- 身の丈に合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 身の丈に合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 身の丈に合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 身の丈に合いなさい
- Παθητική
- 身の丈に合われる
- Αιτιατική
- 身の丈に合わせる