がない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νιώθω ξένος, αισθάνομαι ότι δεν ανήκω κάπου, δεν ξέρω πού να σταθώ ή τι να κάνω με τον εαυτό μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
身の置き場がない
Παρόν (ευγενικό)
身の置き場がないです
Άρνηση (απλή)
身の置き場がなくない
Άρνηση (ευγενική)
身の置き場がなくないです
Παρελθόν (απλό)
身の置き場がなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
身の置き場がなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身の置き場がなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身の置き場がなくなかったです
Τε-μορφή
身の置き場がなくて
Υποθετική (ば)
身の置き場がなければ