をよじる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρίβω, περιστρέφομαι, σφαδάζω (π.χ. από πόνο), στριφογυρίζω, στριφογυρίζω στη θέση μου

Παραδείγματα

  • をよじるねこがいます。

    Υπάρχει μια γάτα που στριφογυρίζει.

  • うれしすぎて、かれをよじりながらまわりました。

    Ήταν τόσο χαρούμενος που στριφογύριζε και πηδούσε τριγύρω.

  • 体調たいちょうわるく、お腹のいたみにをよじってくるしんでいる様子ようすだった。

    Φαινόταν να μην είναι καλά και υπέφερε στριφογυρίζοντας από τον πόνο στην κοιλιά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
身をよじる
Παρόν (ευγενικό)
身をよじります
Άρνηση (απλή)
身をよじらない
Άρνηση (ευγενική)
身をよじりません
Παρελθόν (απλό)
身をよじった
Παρελθόν (ευγενικό)
身をよじりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身をよじらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身をよじりませんでした
Τε-μορφή
身をよじって
Δυνητική
身をよじれる
Προστακτική
身をよじれ
Βουλητική
身をよじろう
Υποθετική (ば)
身をよじれば