身みを乗のり出だす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γέρνω μπροστά (ιδίως από περιέργεια ή ενθουσιασμό), βγάζω το σώμα μου έξω (π.χ. από μπαλκόνι)

Παραδείγματα

  • 彼かれは身みを乗のり出だした。

    Αυτός έσκυψε μπροστά.

  • 面白おもしろい話はなしに、みんな身みを乗のり出だして聞きいた。

    Όλοι έσκυψαν μπροστά για να ακούσουν την ενδιαφέρουσα ιστορία.

  • 窓まどから身みを乗のり出だし、夜空よぞらに広ひろがる花火はなびを息いきをのんで見みつめた。

    Έσκυψα έξω από το παράθυρο και κοίταζα με κομμένη την ανάσα τα πυροτεχνήματα που απλώνονταν στον νυχτερινό ουρανό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
身を乗り出す
Παρόν (ευγενικό)
身を乗り出します
Άρνηση (απλή)
身を乗り出さない
Άρνηση (ευγενική)
身を乗り出しません
Παρελθόν (απλό)
身を乗り出した
Παρελθόν (ευγενικό)
身を乗り出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身を乗り出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身を乗り出しませんでした
Τε-μορφή
身を乗り出して
Δυνητική
身を乗り出せる
Προστακτική
身を乗り出せ
Βουλητική
身を乗り出そう
Υποθετική (ば)
身を乗り出せば