かためる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τακτοποιούμαι, βρίσκω μόνιμη εργασία, παντρεύομαι και δημιουργώ οικογένεια
  2. 02 ντύνομαι, εξοπλίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
身を固める
Παρόν (ευγενικό)
身を固めます
Άρνηση (απλή)
身を固めない
Άρνηση (ευγενική)
身を固めません
Παρελθόν (απλό)
身を固めた
Παρελθόν (ευγενικό)
身を固めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身を固めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身を固めませんでした
Τε-μορφή
身を固めて
Δυνητική
身を固められる
Προστακτική
身を固めろ
Βουλητική
身を固めよう
Υποθετική (ば)
身を固めれば