身みを寄よせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φιλοξενούμαι σε ξένο σπίτι, εξαρτώμαι οικονομικά από κάποιον
  2. 02 κολλάω πάνω σε κάτι, πλησιάζω πολύ κοντά

Παραδείγματα

  • 私わたしは彼かれに身みを寄よせました。

    Κόλλησα πάνω του.

  • 彼女かのじょは親戚しんせきの家いえに身みを寄よせています。

    Φιλοξενείται στο σπίτι συγγενών της.

  • 仕事しごとを失うしなった後あと、しばらくの間あいだは友人ゆうじんに身みを寄よせることにしました。

    Αφού έχασα τη δουλειά μου, αποφάσισα να φιλοξενηθώ σε έναν φίλο για λίγο καιρό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
身を寄せる
Παρόν (ευγενικό)
身を寄せます
Άρνηση (απλή)
身を寄せない
Άρνηση (ευγενική)
身を寄せません
Παρελθόν (απλό)
身を寄せた
Παρελθόν (ευγενικό)
身を寄せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身を寄せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身を寄せませんでした
Τε-μορφή
身を寄せて
Δυνητική
身を寄せられる
Προστακτική
身を寄せろ
Βουλητική
身を寄せよう
Υποθετική (ば)
身を寄せれば