つつし

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπεριφέρομαι κόσμια, είμαι συνετός, ασκώ αυτοσυγκράτηση, απέχω (από επιπολαιότητες, οινοποσία, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
身を慎む
Παρόν (ευγενικό)
身を慎みます
Άρνηση (απλή)
身を慎まない
Άρνηση (ευγενική)
身を慎みません
Παρελθόν (απλό)
身を慎んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
身を慎みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身を慎まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身を慎みませんでした
Τε-μορφή
身を慎んで
Δυνητική
身を慎める
Προστακτική
身を慎め
Βουλητική
身を慎もう
Υποθετική (ば)
身を慎めば