ていする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρισκάρω τη ζωή μου, θέτω τη ζωή μου σε κίνδυνο
  2. 02 βγαίνω μπροστά, δίνω τα πάντα

Κλίση

Παρόν (απλό)
身を挺する
Παρόν (ευγενικό)
身を挺します
Άρνηση (απλή)
身を挺しない
Άρνηση (ευγενική)
身を挺しません
Παρελθόν (απλό)
身を挺した
Παρελθόν (ευγενικό)
身を挺しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身を挺しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身を挺しませんでした
Τε-μορφή
身を挺して
Δυνητική
身を挺できる
Προστακτική
身を挺しろ
Βουλητική
身を挺しよう
Υποθετική (ば)
身を挺すれば