あんじる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανησυχώ για κάποιον, ενδιαφέρομαι για την ευημερία κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
身を案じる
Παρόν (ευγενικό)
身を案じます
Άρνηση (απλή)
身を案じない
Άρνηση (ευγενική)
身を案じません
Παρελθόν (απλό)
身を案じた
Παρελθόν (ευγενικό)
身を案じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身を案じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身を案じませんでした
Τε-μορφή
身を案じて
Δυνητική
身を案じられる
Προστακτική
身を案じろ
Βουλητική
身を案じよう
Υποθετική (ば)
身を案じれば