しずめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βυθίζομαι (σε κάθισμα κ.λπ.)
  2. 02 αυτοκτονώ πέφτοντας στο νερό, πνίγομαι εσκεμμένα
  3. 03 καταντώ (κυρίως για εξαναγκαστική πορνεία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
身を沈める
Παρόν (ευγενικό)
身を沈めます
Άρνηση (απλή)
身を沈めない
Άρνηση (ευγενική)
身を沈めません
Παρελθόν (απλό)
身を沈めた
Παρελθόν (ευγενικό)
身を沈めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身を沈めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身を沈めませんでした
Τε-μορφή
身を沈めて
Δυνητική
身を沈められる
Προστακτική
身を沈めろ
Βουλητική
身を沈めよう
Υποθετική (ば)
身を沈めれば