身みを起おこす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σηκώνομαι (π.χ. από το κρεβάτι)
  2. 02 αποκαθίσταμαι κοινωνικά, ανεβαίνω στην κοινωνική κλίμακα, πετυχαίνω στη ζωή

Παραδείγματα

  • 朝あさ、早はやく身みを起おこします。

    Το πρωί, σηκώνομαι νωρίς.

  • 彼かれは病気びょうきから回復かいふくし、ようやく身みを起おこすことができました。

    Ανάρρωσε από την αρρώστια του και επιτέλους μπόρεσε να σηκωθεί.

  • 貧しいまずしい家庭かていに生うまれたにもかかわらず、彼かれは努力どりょくして身みを起おこし、成功せいこうを収おさめました。

    Παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε σε φτωχή οικογένεια, προσπάθησε σκληρά, κατάφερε να ανέβει κοινωνικά και πέτυχε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
身を起こす
Παρόν (ευγενικό)
身を起こします
Άρνηση (απλή)
身を起こさない
Άρνηση (ευγενική)
身を起こしません
Παρελθόν (απλό)
身を起こした
Παρελθόν (ευγενικό)
身を起こしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身を起こさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身を起こしませんでした
Τε-μορφή
身を起こして
Δυνητική
身を起こせる
Προστακτική
身を起こせ
Βουλητική
身を起こそう
Υποθετική (ば)
身を起こせば