身みを隠かくす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρύβομαι

Παραδείγματα

  • 身みを隠かくす。

    Κρύβομαι.

  • 敵てきから身みを隠かくすため、物陰ものかげに入はいった。

    Μπήκα στη σκιά για να κρυφτώ από τον εχθρό.

  • 彼女かのじょは追手おってから逃のがれるため、しばらく町まちを離はなれて身みを隠かくすことにしたそうだ。

    Φαίνεται ότι αποφάσισε να φύγει από την πόλη και να κρυφτεί για λίγο για να ξεφύγει από τους διώκτες της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
身を隠す
Παρόν (ευγενικό)
身を隠します
Άρνηση (απλή)
身を隠さない
Άρνηση (ευγενική)
身を隠しません
Παρελθόν (απλό)
身を隠した
Παρελθόν (ευγενικό)
身を隠しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身を隠さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身を隠しませんでした
Τε-μορφή
身を隠して
Δυνητική
身を隠せる
Προστακτική
身を隠せ
Βουλητική
身を隠そう
Υποθετική (ば)
身を隠せば