うごきがれない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανίκανος να κινηθώ, ακινητοποιημένος, εντελώς αβοήθητος

Κλίση

Παρόν (απλό)
身動きが取れない
Παρόν (ευγενικό)
身動きが取れないです
Άρνηση (απλή)
身動きが取れなくない
Άρνηση (ευγενική)
身動きが取れなくないです
Παρελθόν (απλό)
身動きが取れなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
身動きが取れなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身動きが取れなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身動きが取れなくなかったです
Τε-μορφή
身動きが取れなくて
Υποθετική (ば)
身動きが取れなければ