ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοκτονική πτώση, ρίψη του εαυτού κάποιου (π.χ. στο νερό για αυτοκτονία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
身投げする
Παρόν (ευγενικό)
身投げします
Άρνηση (απλή)
身投げしない
Άρνηση (ευγενική)
身投げしません
Παρελθόν (απλό)
身投げした
Παρελθόν (ευγενικό)
身投げしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
身投げしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
身投げしませんでした
Τε-μορφή
身投げして
Δυνητική
身投げできる
Προστακτική
身投げしろ
Βουλητική
身投げしよう
Υποθετική (ば)
身投げすれば